When you explain it, it becomes BANAL.

Ο ανεμόμυλος υπό τον έναστρο ουρανό (διήγημα)

Το thumbnail του άρθρου με τίτλο Ο ανεμόμυλος υπό τον έναστρο ουρανό (διήγημα)

Είναι το τρίτο τσιγάρο που στρίβω στο διάστημα της μισής ώρας που κάθομαι στο μοναχικό παγκάκι. Θα με μάλωνες σίγουρα για τις γόπες που πέταξα κάτω. Θα σου απαντούσα πως δεν είμαι ο μόνος, μα θα γκρίνιαζες όπως και να ’χει. Μα δεν είσαι πια εδώ, ανέβηκες στο αεροπλάνο και εξαφανίστηκες.

Είναι νωρίς το πρωί. Η άλλοτε πολύβουη προβλήτα είναι ήσυχη σήμερα. Μπροστά μου οι μεγάλοι βράχοι που απαρτίζουν τον κυματοθραύστη, πίσω μου οι βάρκες που περιμένουν καρτερικά να βγουν στα ανοιχτά. Οι μοναδικές φωνές που αντηχούν από την άλλη μεριά έρχονται από τους ηλικιωμένους κολυμβητές που δεν φαίνεται να πτοούνται από τον ψυχρό άνεμο του νησιού. Μπορεί ο χειμώνας να έκανε επιτέλους την εμφάνισή του και εδώ, αλλά ο ήλιος δεν παύει να είναι λαμπερός στον καταγάλανο, καθαρό ουρανό. Η εποχή που λάτρευες. Ποιος σε άκουγε όταν ξεκινούσαν οι ασταμάτητες βροχές... Ο ανεμόμυλος στέκει ακόμα αγέρωχος, τα πτερύγιά του γυμνά κόντρα στον αέρα. Οι ακτίνες του ήλιου αντανακλούν στις λευκές πέτρες και με τυφλώνουν. Πάλι ξέχασα τα γυαλιά ηλίου μου. Θα με μάλωνες και γι’ αυτό, και θα μου δάνειζες τα δικά σου.  

Μπορεί και να μοιάζω αταίριαστος μέσα σ’ αυτό το λευκό, λαμπερό περιβάλλον. «Σαν τη μύγα μες στο γάλα» δεν θα παρέλειπες να σχολιάσεις. Μαύρα αθλητικά παπούτσια, μαύρο τζιν, μαύρο φούτερ, μαύρο δερμάτινο. Όλα μαύρα, εκτός από τα γυαλιά. Η φωτογραφική μου μηχανή στέκεται αμίλητη δίπλα μου. Την κουβάλησα κι αυτήν, μήπως μου έρθει έμπνευση, αλλά σήμερα τίποτα δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον, ούτε είχα όρεξη να πιάσω κουβέντα με τους χειμερινούς κολυμβητές για να τους απαθανατίσω. Αυτό ήταν δική σου συνήθεια, εξάλλου, πάντα ο πιο κοινωνικός από τους δυο μας. Σήμερα, τίποτα δεν θα φυλακιστεί στον χρόνο.

Θυμάσαι εκείνη τη φωτογραφία που τραβήξαμε μαζί; Εγώ τοποθέτησα την κάμερα και διάλεξα το κάδρο, εσύ ασχολήθηκες με τις ρυθμίσεις. Κούνησες το τρίποδο κατά ένα εκατοστό και αναφώνησες πως όλα είναι έτοιμα για να πατήσω το κλείστρο. Ήξερες πάντα ποια είναι η αποφασιστική στιγμή. Το ταλέντο σου σίγουρα δεν θα πάει χαμένο εκεί που βρίσκεσαι. Ο ανεμόμυλος υπό τον έναστρο ουρανό. Συνεχώς με προέτρεπες να τη στείλω για εκτύπωση. Τώρα που έφυγες, ίσως και να το κάνω.

Ο κυματοθραύστης δεν αντέδρασε όταν του πέταξα την τελευταία γόπα απ’ το τσιγάρο μου. Με την κάμερα στο χέρι, πιστό σύντροφο, όπως έλεγες, κατευθύνομαι προς τους ηλικιωμένους κολυμβητές στην άλλη μεριά του ανεμόμυλου και τους χαιρετίζω. Αφήνω την κάμερα πλάι σε μία καλά διπλωμένη, φθαρμένη, πράσινη πετσέτα που φαίνεται ακόμα νωπή. Λύνω τα κορδόνια από τα αθλητικά μου και ένα ένα βγάζω τα ρούχα μου και τα τοποθετώ δίπλα στην κάμερα. Οι κολυμβητές με αγνοούν, καθώς ετοιμάζονται να γυρίσουν ο καθένας στο σπίτι του. Ανταλλάσσουν κουβέντες καθημερινές, για τα πολιτικά και το ποδόσφαιρο και το φαγητό που θα φάνε το μεσημέρι. Ημίγυμνος πλέον κατεβαίνω τα σκαλιά της μεταλλικής σκάλας. Ο αέρας με κάνει να ανατριχιάσω.

Μέσα στο νερό δεν βρίσκεται κανένας πλέον. Κολυμπάω όσο πιο μακριά από την προβλήτα μπορώ. Στο βάθος, το φέρι της γραμμής κατευθύνεται προς το λιμάνι. Αλλά εσύ δεν θα είσαι ανάμεσα στους επιβάτες.   


Μοιράσου το με αγαπημένους σου