When you explain it, it becomes BANAL.

Ο Φωταγωγός (Μέρος Α΄) (διήγημα)

Το thumbnail του άρθρου με τίτλο Ο Φωταγωγός (Μέρος Α΄) (διήγημα)

Η μεταφορική έφερε τα πράγματά μας νωρίς το πρωί. Ξυπνήσαμε αξημέρωτα για να είμαστε έτοιμοι να τα παραλάβουμε. Η Γιώτα ξύπνησε αξημέρωτα, δηλαδή, και σήκωσε κι εμένα άρον άρον. Πολύ ευχαρίστως θα σηκωνόμουν την τελευταία στιγμή, όταν θα έφταναν οι μεταφορείς, με ξυπνητήρι τον ξερό ήχο του θυροτηλεφώνου, αλλά η Γιώτα το είχε αλλιώς στο μυαλό της. Ποιος ξέρει κι αν έκλεισε καθόλου μάτι όλο το βράδυ… Μας ενημέρωσαν ότι θα έρχονταν στις οχτώ το πρωί κι εκείνη είχε άγχος μήπως χτυπήσουν και δεν τους ακούσουμε, μήπως δεν έβρισκαν το σπίτι και χρειάζονταν οδηγίες, μήπως, μήπως. Εκείνη όμως ήταν μαθημένη στο πρωινό ξύπνημα, μιας που το έκανε κάθε μέρα για να πάει στη δουλειά, σε αντίθεση μ’ εμένα, που ένα εξάμηνο τώρα στην ανεργία απολάμβανα τον πρωινό μου ύπνο κάθε μέρα και περισσότερο.

Φάγαμε όλη την προηγούμενή μας μέρα καθαρίζοντας κάθε γωνιά του καινούριου διαμερίσματος. Κάναμε μια στάση σ’ ένα από τα μεγάλα σούπερ μάρκετ της πόλης, φορτώσαμε το πορτ-μπαγκάζ του αμαξιού με καθαριστικά κάθε τύπου, πήραμε κι ένα καινούριο φουσκωτό στρώμα –το παλιό τρύπησε στις περσινές μας διακοπές–, μια χειροκίνητη τρόμπα κι ένα πρόχειρο σεντόνι της πλάκας. Αυτά ήταν τα υπάρχοντά μας την πρώτη βραδιά της μετακόμισής μας, αυτά και δυο βαλίτσες ρούχα. Αφού καταφέραμε να κάνουμε κάθε σημείο στο μικρό δυαράκι να γυαλίσει, απλώσαμε το στρώμα στο αψεγάδιαστο πάτωμα του άδειου δωματίου που θα μετατρεπόταν σε καθιστικό, το φουσκώσαμε, και τα εγκαίνια ολοκληρώθηκαν με το καινούριο πολύχρωμο σεντόνι, το οποίο ήξερα ήδη από τη στιγμή που η Γιώτα το έβγαλε από τη συσκευασία πως θα γινόταν το de facto σεντόνι του κάμπινγκ και θα χρησιμοποιούταν μονάχα ως τέτοιο. Ο ύπνος μου εκείνο το βράδυ, ύστερα από όλη την κούραση της μέρας, ήταν γλυκός και βαθύς, δίχως όνειρα. Ούτε καν άκουσα τη Γιώτα, αν κοιμόταν ή αν όντως έμεινε ξύπνια όλο το βράδυ, ούτε που βγήκε έξω το πρωί. Με ξύπνησε κοιτώντας με πάνω από μαύρους κύκλους, κρατώντας έναν καφέ take-away.

«Ούτε που κουνήθηκες το βράδυ».

«Αυτός ο ύπνος ήταν καλύτερος κι από ύπνο σε πεντάστερο ξενοδοχείο» της είπα και τεντώθηκα, βουλιάζοντας στο στρώμα. «Μετά τη χθεσινή φασίνα ειδικά».

«Τέλεια, τουλάχιστον ένας από τους δυο μας θα έχει αρκετές δυνάμεις για σήμερα» είπε και μου έδωσε τον καφέ που είχε πάρει για μένα. Πριν προλάβω να πω «ευχαριστώ», είχε βγει τρέχοντας στο μικρό μπαλκονάκι που έβλεπε στον δρόμο στο άκουσμα κάποιου μεγάλου οχήματος που έπαιρνε την ανηφόρα.

           

Τα πράγματά μας έφτασαν τελικά έπειτα από μία ώρα. Τζάμπα το πρωινό ξύπνημα. Ύστερα από πολύ κουβάλημα και με τη βοήθεια των παιδιών της μεταφορικής ανέβηκαν όλα στον δεύτερο όροφο –τον όροφό μας– και άρχισε σιγά σιγά το στήσιμο και η τακτοποίηση των «βασικών», όπως τα χαρακτήρισε η Γιώτα. Τα «βασικά» θα τα κάναμε μαζί και με τα «επιμέρους» θα ασχολούμουν εγώ τις επόμενες μέρες, αφού εκείνη θα ξεκινούσε στην καινούρια της δουλειά πολύ σύντομα.

Το αντιμετωπίσαμε σαν περιπέτεια –όπως κάναμε πάντα– το να αφήσουμε την πόλη των φοιτητικών μας χρόνων –και δική μου γενέτειρα– για να μετακομίσουμε σε μια άγνωστη επαρχιακή πόλη λόγω της δουλειάς της Γιώτας. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα – λες και κάθε ξεκίνημα δεν είναι νέο. Πρώτη φορά μετακομίζαμε παρέα, κι ας ήμασταν μαζί τέσσερα χρόνια. Η συγκατοίκησή μας ως τώρα είχε έρθει οργανικά, πρώτα μερικά ρούχα, μετά δυο κούπες, ένα φωτιστικό, μερικά βιβλία, μέχρι που η Γιώτα εγκαταστάθηκε τελικά στο σπίτι μου και ξενοίκιασε το δικό της. Τώρα μονάχα τα πράγματα του παλιού σπιτιού μας έδεναν μ’ εκείνο – όλα τα άλλα ήταν νέα.

Ήταν ένα μικρό σπιτάκι σε μια πολυκατοικία που πρέπει να ήταν του ’70. Μικρό, αλλά με καλή διαρρύθμιση: ένα ευρύχωρο υπνοδωμάτιο, σαλονοκουζίνα με ένα στενό μπαλκονάκι σε όλο το μήκος της, κι ένα μπάνιο, προσφάτως ανακαινισμένο, με φωταγωγό αντί για παράθυρο. Χάρη στις οργανωτικές της ικανότητες και στη δική μου μυστική ικανότητα να συναρμολογώ έπιπλα γρήγορα και να ακολουθώ εντολές, τακτοποιήσαμε αρκετά από τα «βασικά» εκείνη τη μέρα. Το φουσκωτό στρώμα μπήκε στην άκρη, θα κοιμόμασταν ξανά σε κρεβάτι. Το βράδυ εκείνο πέσαμε για ύπνο αργά, εξαντλημένοι.

«Ωραίο θα γίνει το σπιτάκι μας» είπε η Γιώτα με μάτια ήδη κλειστά.

«Πράγματι. Ξέρεις μόνο τι με χαλάει;» ρώτησα χωρίς να περιμένω απάντηση. «Ο φωταγωγός στο μπάνιο. Χάθηκε να έχουμε παράθυρο;»

«Έτσι είναι. Άμα είσαι κακομαθημένος, σε χαλάει ένας φωταγωγός» μου αποκρίθηκε μέσα από τον ύπνο της και, σύντομα, η ανάσα της έγινε βαριά.

 

Τον είδα από την αρχή με στραβό μάτι αυτόν τον φωταγωγό. Στο προηγούμενό μας σπίτι, πράγματι είχαμε παράθυρο, αλλά θεώρησα πως δεν μου άξιζε ο χαρακτηρισμός του κακομαθημένου. Δεν σηματοδοτούσε το παράθυρο την απώλεια κάποιου προνομίου που έχασα, αποδεχόμενος τον φωταγωγό ως δομικό στοιχείο του καινούριου μας διαμερίσματος. Πολύ νωρίς, όμως, συνειδητοποίησα πως θα έπρεπε να συμβιβαστώ, στο μπάνιο του σπιτιού μου, με ένα αίσθημα περιορισμένης ιδιωτικότητας.

Από την πρώτη κιόλας μέρα, καθώς είχα αναλάβει το καθάρισμα του μπάνιου, όσο η Γιώτα καθάριζε την κουζίνα, τον άκουσα. Μπήκε στο μπάνιο ακολουθούμενος από έναν γδούπο. Αφού ελάφρυνε την κύστη του αναστενάζοντας, νερό καταρρακτώδες ακούστηκε να τρέχει, κι έπειτα νερό ξανά, πιο υπολογισμένο, αλλά με πίεση. Τον ήχο της βρύσης που έτρεχε με μανία συνόδευε μια ριπή βήχα, και για μια στιγμή φοβήθηκα για την υγεία του αόρατου γείτονά μου, τον οποίον φαντάστηκα να εκσφενδονίζει σωματίδια στον νεροχύτη του μπάνιου του. Βήχας και φλέγματα. Η ακουστική αυτή συμφωνία της απόχρεμψης κράτησε μερικά λεπτά, ώσπου νόμισα ότι ο άντρας αυτός είχε στερέψει εντελώς τα πνευμόνια του. Το νερό σταμάτησε να τρέχει, και η συμφωνία ολοκληρώθηκε με μια βλαστήμια, την αντρική φωνή να καλεί ένα γυναικείο όνομα, κι έναν ακόμα δυνατό γδούπο. Έπειτα, σιωπή.

Δεν σιχαινόμουν εύκολα – είχα πάει στρατό. Μάλιστα, εκείνα τα λεπτά περισσότερο θορυβήθηκα παρά αηδίασα με τις σωματικές εκκρίσεις του γείτονά μου. Τι πιο φυσιολογικό, θα σκεφτόταν κανείς, από το να ικανοποιείς όλες εκείνες τις βιολογικές ανάγκες σου στην ησυχία και απομόνωση του σπιτιού σου! Αισθάνθηκα άσχημα που, άθελά μου, καταπάτησα αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα στην ιδιωτικότητα που προσφέρει η κλειστή πόρτα του μπάνιου. Σαν να κρυφάκουγα τους εσωτερικούς μηχανισμούς ενός σώματος με το οποίο δεν μας συνέδεε τίποτα. Σχεδόν αυτομάτως, ωστόσο, αντιλήφθηκα πως αυτό θα λειτουργούσε και αντιστρόφως. Όπως ακουγόταν ο γείτονάς μου να βήχει και να φτύνει σαν να ήταν μέσα στο δικό μου μπάνιο, έτσι θα ακουγόμουν κι εγώ ή η Γιώτα στο δικό του. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα για το αν θα ήμουν πιο προσεκτικός στους ήχους που θα παρήγαγα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, γνωρίζοντας πως αυτοί θα γίνονταν αντιληπτοί από τον άγνωστο αυτόν άνθρωπο.

Ξέχασα για λίγο τους προβληματισμούς αυτούς, μέχρι την επόμενη μέρα που έγινα αυτήκοος μάρτυρας της ίδιας ακριβώς συμφωνίας. Δεν είχα συνειδητοποιήσει το μέγεθος της ενόχλησης που ένιωθα, μέχρι που είδα τον φωταγωγό στον ύπνο μου. Το φως του μπάνιου ήταν σβηστό, αλλά από κάπου έμπαινε φως. Το βλέμμα μου είχε καρφωθεί στην τετράγωνη εσοχή του φωταγωγού, ώσπου μέσα από την κάσα του άρχισαν να βγαίνουν σκούρες κηλίδες, σαν έντομα, και να απλώνονται στο δωμάτιο, καλύπτοντας μαζί κι εμένα. Πετάχτηκα από το κρεβάτι και έτρεξα προς το μπάνιο. Δεν υπήρχε τίποτα, γύρω απλωνόταν σιωπή.

«Τι έπαθες; Είσαι καλά;»

«Τίποτα, τίποτα. Ένας εφιάλτης ήταν» της είπα μόνο, ακόμα ταραγμένος. Δεν ήθελα να μοιραστώ μαζί της τους προβληματισμούς μου – όχι ακόμα τουλάχιστον.

«Πάμε για ύπνο. Είσαι κουρασμένος».

 

Τις επόμενες μέρες, η Γιώτα ξεκίνησε να δουλεύει στο καινούριο της πόστο, κι έτσι περνούσα αρκετές ώρες της ημέρας μόνος, τακτοποιώντας το σπίτι. Σιγά σιγά απορροφήθηκα από τη ρουτίνα και άρχισα να ξεχνιέμαι. Ασυναίσθητα δεν χρονοτριβούσα στο μπάνιο, αλλά κάθε λεπτό που περνούσα εκεί είχα τα αφτιά μου τεντωμένα, μήπως πιάσω το οτιδήποτε περίεργο. Το όνειρο μου ξύπνησε κάποια κρυμμένα ένστικτα και έγινα καχύποπτος.

Ένα απόγευμα η Γιώτα με βρήκε με το αφτί κολλημένο στον τοίχο του μπάνιου, δίπλα στον καθρέπτη. Μοιράστηκα τότε μαζί της ό,τι είχα στο μυαλό μου και συνειδητοποίησα πόσο παράλογος θα έπρεπε να ακούστηκα. Δεν της ξαναείπα τίποτα, κυρίως από εγωισμό. Η συγκαταβατικότητά της, όταν απέδιδε τους φόβους και τις ανησυχίες μου στο στρες, περισσότερο με απογοήτευε παρά με εκνεύριζε. Είχε κι εκείνη, βέβαια, τη δουλειά της να σκέφτεται – μια δουλειά που της προξενούσε αρκετό άγχος από μόνη της. Την καταλάβαινα, γιατί ήμουν κάποτε κι εγώ στη θέση της. Είχα αναλάβει σχεδόν εξ ολοκλήρου τα του σπιτιού, ώστε να της αφαιρέσω περιττά βάρη και να μην την αγχώνω μετά τις συνήθως δεκάωρες βάρδιές της.

Συχνά, για να γεμίζω τα πρωινά μου, έκοβα βόλτες στην πόλη. Άρχισα να εξερευνώ τη γειτονιά και το κέντρο της πόλης όπου μέναμε, χαζεύοντας μαγαζιά που θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε στον ελεύθερό μας χρόνο. Στην επιστροφή μου ύστερα από μια τέτοια βόλτα συνάντησα στην είσοδο της πολυκατοικίας μια κυρία γύρω στα εξήντα, η οποία έψαχνε τα κλειδιά της στην τσάντα της. Οι σακούλες του σούπερ μάρκετ που κουβαλούσε έκαναν το έργο της ακόμα πιο δύσκολο κι εκείνη δεν φαινόταν να έχει διάθεση να τις αφήσει κάτω και να ψάξει με την ησυχία της.

«Γεια σας, να σας ανοίξω;» τη ρώτησα, κι εκείνη, εμφανώς ταραγμένη, έπειτα από ένα επιφώνημα ξαφνιάσματος με καλημέρισε και έκανε στην άκρη για να ανοίξω.

«Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου» είπε, καθώς μπαίναμε μέσα. «Συγγνώμη, δεν έβρισκα τα κλειδιά μου».

«Μη ζητάτε συγγνώμη, δεν έκανα τίποτα. Να σας βοηθήσω με τις σακούλες;»

«Δεν χρειάζεται, ευχαριστώ. Είσαι πολύ ευγενικός» είπε χαμογελώντας και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τις σκάλες προς το ασανσέρ. «Εδώ μένεις; Δεν σε έχω ξαναδεί, νομίζω».

«Ναι, μετακομίσαμε με την κοπέλα μου πριν από λίγες μέρες» απάντησα και πάτησα το κουμπί του ασανσέρ. «Στον πρώτο».

«Αχ, αυτό το διαμέρισμα έμεινε καιρό άδειο. Χαίρομαι που έχουμε νέα παιδιά στην πολυκατοικία. Με τον άντρα μου μένουμε ακριβώς από πάνω σας».

Ήταν σειρά μου να της χαμογελάσω. Το ασανσέρ έφτασε στο ισόγειο. Της άνοιξα την πόρτα, μα δεν ακολούθησα, μιας και συνήθιζα να ανεβαίνω με τις σκάλες. Κοντοστάθηκα όμως, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή για ένα-δυο δευτερόλεπτα, περιεργαζόμενος το πρόσωπό της. Η γυναίκα που είχα μπροστά μου πρέπει να ήταν νεότερη απ’ ό,τι αρχικά υπολόγισα και κάτω από το αριστερό της μάτι υπήρχε μια ανεπαίσθητη διχρωμία.

«Δεν θα μπεις;» με ρώτησε και γύρισε από την άλλη μεριά σαν να κατάλαβε.

«Σίγουρα δεν θέλετε βοήθεια με τα ψώνια;»

«Σ’ ευχαριστώ και πάλι. Δεν χρειάζεται, όμως».

«Με λένε Βασίλη. Αν χρειαστείτε κάτι, πείτε μου. Είμαι συνέχεια στο σπίτι».

Μου είπε τότε το όνομά της –Ξένια–, ότι ο άντρας της τη φωνάζει «Πολυξένη», αλλά εκείνη προτιμάει το «Ξένια». Με ευχαρίστησε ξανά, επανέλαβε ότι είμαι πολύ ευγενικός και με καλημέρισε. Έκλεισα την πόρτα χαιρετώντας τη, παρατηρώντας το κουρασμένο βλέμμα και το βιαστικό της χαμόγελο. Η κυρία Ξένια, που μένει ακριβώς από πάνω μας. Με τον άντρα της, τον άνθρωπο-συμφωνική ορχήστρα. 


Μοιράσου το με αγαπημένους σου