When you explain it, it becomes BANAL.

Οι πρωτοκάπνες και η φωτιά

Το thumbnail του άρθρου με τίτλο Οι πρωτοκάπνες και η φωτιά

«Σήκω γρήγορα, καιγόμαστε!» Ήταν αυτά τα λόγια που η μητέρα μου διάλεξε για να με ταρακουνήσει άρον-άρον τις προάλλες από τον μισάωρο υπνάκο που αναγκάστηκα να πάρω εκείνο το απόγευμα, λόγω της σχετικά συνηθισμένης εργάσιμης ημέρας, που ήρθε να καθίσει πάνω σε μια σειρά από άλλες συνηθισμένες εργάσιμες ημέρες, που όλες μαζί μετατόπιζαν μεθοδικά την έννοια της κακοποίησης προς κάτι πιο καθημερινό, αόριστο και κυρίως αγγλικό, για να μην το πολυκαταλαβαίνεις ή, αν το καταλάβεις, να μην το νιώσεις πραγματικά, πριν το νιώσεις στο πετσί σου, φίλε αναγνώστη, κάτι σαν το μπερνάουτ, να πούμε. Ξυπνώντας, θυμάμαι ότι πρώτα είδα αυτή την περίεργη θαμπάδα που είχε μπει στο σπίτι. Η πρόβλεψη του καιρού έδινε για εκείνη τη μέρα την πρώτη μονοψήφια θερμοκρασία της χρονιάς και δεν είχε πέσει καθόλου έξω, αλλά όχι κι έτσι, είπα. «Τι έγινε, ρε μαμά; Κατέβηκε η ομίχλη μέχρι το σπίτι μας;»

Μετά το μύρισα: ήταν κάτι ανάμεσα σε καμένο λάστιχο και καυσαέρια ντίζελ, με μερικές νότες σουβλερού καπνού από ξερό σανίδι παλέτας για μια ξυλώδη επίγευση. Χρειάστηκα δυο στιγμές, ώσπου το αγουροξυπνημένο μου μυαλό να συνδέσει όλα τα κομμάτια του παζλ για να πεταχτώ από το κρεβάτι σαν λουφαδόρος που ακούει στον θάλαμο τα βήματα του διοικητή. Το πρώτο μου ένστικτο ήταν να τρέξω προς την κουζίνα, απ’ όπου τελικά πέρασα την ανοιχτή μπαλκονόπορτα για να χαθώ σε ένα πυκνότατο νέφος καπνού που έβγαινε τρεις ορόφους παρακάτω, από το διπλανό διώροφο. Με πολύ κόπο και με δάκρυα στα μάτια έσκυψα στα κάγκελα για να δω τι γινόταν από εκεί κάτω, όμως παρά την προσπάθειά μου δεν είδα κάτι να πυρακτώνεται στο πορτοκαλί της φωτιάς, ενώ διέκρινα το περίγραμμα από κάτι που θύμιζε καμινάδα σόμπας. Αν και το μείγμα θέρμανσης του γείτονα ήταν αμφιβόλου θερμικής απόδοσης, σίγουρα όποιος έβαλε αυτή τη φωτιά θα έπρεπε να βραβευτεί με μια τιμητική θέση στην τσιμεντοβιομηχανία του Βόλου, απλώς και μόνο γιατί προσπάθησε να κάψει αυτό το πράμα. «Ρε μάνα, δεν σου ’χω πει να κλείνεις την πόρτα, όταν βγαίνεις για κάπνισμα;» φώναξα κλαίγοντας τον χαμένο μου ύπνο. «Ξεπαγιάζουμε και μπαίνουν και όλοι οι καπνοί στο σπίτι!»

Μπαίνοντας μέσα, αφού έκλεισα την μπαλκονόπορτα πίσω μου, θεωρούσα πως το θέμα είχε λήξει. Ήρθαν και φέτος τα κρύα, συμπέρανα κάπως άβολα: η εποχή που ξοδεύουμε ρεύμα σε φωτάκια και δίνουμε τα ρέστα από τα ψώνια μας στους ζητιάνους. Αντιθέτως η μητέρα μου, που με κοίταζε κιόλας επικριτικά, λες και ήμουν ο υπεύθυνος θέρμανσης όλου του τετραγώνου, σχεδίαζε ήδη την αντεπίθεσή της. Πολλές οι προτάσεις που έπεσαν στο τραπέζι: έπρεπε να καλέσουμε την Πυροσβεστική, την Αστυνομία, να χτυπήσουμε την πόρτα των δίπλα και να τους κατσαδιάσουμε προσωπικά, ακόμα και να τους βάλουμε τάπα στο χωνί για να ντουμανιάσουν αυτοί την επόμενη φορά! «Σίγουρα κάτι έπρεπε να γίνει», έλεγε και ξαναέλεγε, έχοντας ανάψει τσιγάρο, για να συνεισφέρει στην κάπνα που είχε ήδη μπει στο δωμάτιο. Τι να κάνω, φίλε αναγνώστη, έλεγα κι εγώ «ναι» σε όλα. Σιγά μην μπλέξω τώρα με τη γενιά του Πολυτεχνείου! Αυτοί οι άνθρωποι πιστεύουν ακόμα πως τα προσωπικά τους δικαιώματα βρίσκονται υπό την άγρυπνη προστασία του κράτους και πως όλες οι κρατικές υπηρεσίες έχουν συσταθεί ειδικά για να αντιμετωπίσουν την παραμικρή τους δυσφορία. Στο μόνο που συμφωνούσα ήταν πως οι γείτονες σίγουρα δεν είχαν μπουμπουνίξει ξύλα μέσα σε κείνη τη σόμπα.

Μετά από ένα τέτοιο ξύπνημα πάντως και ύστερα από ένα χεράκι μπινελίκια στους δίπλα, είχα σίγουρα ανάγκη μια βόλτα. Ντύθηκα με τα ρούχα του τρεξίματος και ξεκίνησα για το στάδιο μέσα από την πόλη, για να κόψω και λίγο κίνηση. Να πάρει, τα πάντα μου μύριζαν ακόμα καπνό, από τα ρούχα μου ως την ατμόσφαιρα. Μήπως ήταν παραίσθηση; Άρχισα να αμφισβητώ τον εαυτό μου. Είχα ήδη αναπνεύσει εκείνο το απόγευμα αρκετό καπνό για έναν μήνα και στο κέντρο της πόλης τίποτα δεν πρόδιδε πως η κάπνα ενοχλούσε τον κόσμο που ήταν έξω. Τα μπλε λεντ φωτάκια που είχαν ήδη μπει στη θέση τους και φέτος, καλύπτοντας καθετί χρωματιστό με μια επιληπτική κουβέρτα από γαλάζιο νέον, έκαναν τα χώματα που είχαν ξεμείνει στις άκρες του δρόμου να μοιάζουν κομμάτι της ασφάλτου και έδιναν στην πόλη μια εικόνα καθαριότητας που δεν είχε ζήσει τους τελευταίους τρεις μήνες. Έμοιαζαν όλα στ’ αλήθεια παραμυθένια κι έτσι πίστεψα πως είναι. Δεν είναι λίγες οι φορές, φίλε αναγνώστη, που τα φαινόμενα μας πείθουν ότι όλα γύρω μας πάνε καλά και το μόνο πρόβλημα είμαστε εμείς.

Για καλή μου τύχη, στο στάδιο ένας συναθλητής μού απέδειξε ότι δεν ήμουν τρελός. «Έχει βρομίσει κάπνα όλη η πόλη» μου είπε, μόλις με είδε, αντί για χαιρετισμό, «δεν μπορείς να πάρεις ανάσα για να τρέξεις γρήγορα». Δεν είχε άδικο. Άρχισα να τρέχω δίπλα του και σε κάθε βαθιά ανάσα ένιωθα λες και κάποιος είχε ρίξει στα πνευμόνια μου ένα κουτί πινέζες. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που έχω αναπνεύσει κάπνα, αλλά εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή, ένιωθα λες και βρισκόμουν ακόμα απευθείας πάνω από την καμινάδα εκείνου του γείτονα. «Πού να σου λέω τι έζησα και σήμερα!», είπα στον συνομιλητή μου κι εκείνος με άκουσε και μου εκμυστηρεύτηκε τελικά με μια ελαφριά ντροπή πως κι εκείνος φέτος θα ζεσταινόταν κυρίως με ξύλα. Είχαν αρκετά κούτσουρα από τα κλαδέματα στις ελιές, είπε, και θα τα αξιοποιούσαν για να βάλουν κάποια χρήματα στην άκρη. Δεν καίνε και σανίδια ή παλιά έπιπλα, αλλά όσο να ’ναι το ξύλο είναι ξύλο και στην πόλη ο καπνός συσσωρεύεται γρήγορα, αν σκεφτούν την ίδια ιδέα πέντε-δέκα έξυπνοι. «Φέτος ο χειμώνας φαίνεται να αρχίζει άσχημα», συνέχισε, «το βλέπεις στον κόσμο: κατεβάζει κάποιος ένα παλιό έπιπλο και, αν καίγεται, εξαφανίζεται μέσα σε λίγα λεπτά. Εσείς με τι θα ζεσταθείτε φέτος;», ρώτησε, κι εγώ απάντησα: «Μάλλον με καλοριφέρ», αν και στην πολυκατοικία αργούσαν ακόμα να τα βάλουν μπρος, για οικονομία.

Η αλήθεια είναι, φίλε αναγνώστη, πως δεν είναι η κατάλληλη περίοδος να κρίνουμε κατά πόσο η θέρμανση μπορεί να θεωρηθεί κοινωνικό δικαίωμα, έτσι όπως έχουμε συνηθίσει τελευταία να μας πουλάν τόσα άλλα δικαιώματά μας, λες και είναι προϊόντα πολυτελείας. Είναι όμως η κατάλληλη εποχή. Γιατί κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει έναν άνθρωπο να ζει στο κρύο ή στο σκοτάδι, εκτός αν έχει απαρνηθεί εντελώς την ανθρωπιά του. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν, υπήρχαν πάντα, ζούνε δίπλα μας, με μόνη τους ζεστασιά κάποια φωτίτσα που τη συντηρούνε με αμφίβολης προέλευσης καύσιμη ύλη σε αμφίβολης ποιότητας σόμπες. Μέχρι τώρα τους αγνοούσαμε. Όμως όσο πάει αυτές οι φωτίτσες πληθαίνουν, όλο και περισσότερες γίνονται, όλο και δυνατότερα καίνε. Κοίτα, γέμισε η πόλη φωτίτσες, δεν μπορούμε να τις σβήσουμε, δεν είναι ηθικό, δεν γίνεται ούτε να τις αγνοήσουμε πια, ο καπνός τους μπήκε από το παράθυρο, σκέφτηκες μέχρι κι εσύ να βάλεις μια φωτίτσα φέτος, ίσως βάλεις τον επόμενο χειμώνα, αν συνεχίσει έτσι η κατάσταση. Ποιος ξέρει τι θα χρειαστεί να κάψεις τότε, ποιος ξέρει τι θα χρειαστεί να κάνουμε ως τότε… Κάτι πρέπει να κάνουμε. Σήκω γρήγορα, καιγόμαστε!


Μοιράσου το με αγαπημένους σου