When you explain it, it becomes BANAL.

Ο Μαραντόνα στην κηδεία τση Βασίλως (διήγημα)

Το thumbnail του άρθρου με τίτλο Ο Μαραντόνα στην κηδεία τση Βασίλως (διήγημα)

Ο πρώτος πάροχος κινητής τηλεφωνίας που γνώρισα, ήταν η Βασίλω. Βασικά, δεν ήταν η τηλεφωνία κινητή, αλλά ο ίδιος ο πάροχος. Η Βασίλω ήταν ο πρόδρομος των υπηρεσιών που όλοι κάνουν χρήση εδώ και πολλά πλέον χρόνια, ή αλλιώς, ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ σταθερής και κινητής τηλεφωνίας.

Η πρώτη μνήμη που έχω από αυτού του είδους την τεχνολογία, πάει πίσω στο καλοκαίρι του 1986, μετά το Μουντιάλ του Μεξικού. Δεν ξέρω γιατί, τώρα που το σκέφτομαι, αλλά οι περισσότερες συγκροτημένες, παιδικές μνήμες που έχω –δεν  μιλάω για αποσπασματικές εικόνες ή θολές αναμνήσεις– ξεκινάνε μετά το «Μέχικο ’86». Δεν γνωρίζω αν υπάρχει έρευνα της επιστήμης της παιδοψυχολογίας που να καταδεικνύει την επίδραση που μπορεί να έχουν στην ανάπτυξη του ιππόκαμπου ενός παιδικού εγκεφάλου ο Γκάρι Λίνεκερ, ο Μίκαελ Λάουντρουπ, ο Ιγκόρ Μπελάνοφ, ο Καρέκα κι ο Μπουμ-Κουν Τσα. Δεν αναφέρομαι στον Μαραντόνα, γιατί δεν τον είχα συμπαθήσει καθόλου τότε. Το να βάλεις γκολ με το χέρι και να μην το παραδεχτείς, ήταν μεγάλη ντροπή, τουλάχιστον στο γηπεδάκι πίσω από τα Τεχνικά στο Μαντούκι όπου έπαιζα εγώ.

Τέλος πάντων, πίσω στη Βασίλω του Τσούλη, υπεύθυνη επικοινωνιών στο Καβαλούρι. Ήμασταν, ας πούμε, στο σπίτι στην πόλη και θέλαμε να δούμε τι κάνουν η γιαγιά κι ο πάππους στο χωριό. Έπαιρνε η μαμά το πενταψήφιο νούμερο –συν το «0663» μπροστά– γυρίζοντας με τον δείκτη το καντράν της ογκώδους Ζίμενς συσκευής –σημειωτέον ότι τα νούμερα «εφτά», «οχτώ», «εννιά» και «μηδέν» ήταν, με αντίστοιχη σειρά δυσκολίας, πραγματικό ζόρι για τα δάχτυλα ενός μικρού παιδιού– και περιμέναμε…

«Ορίστε!» έλεγε η χαρακτηριστική χωριάτικη φωνή που έφτανε άνετα και σ’ εμένα που δεν κρατούσα το ακουστικό.

«Έλα, Βασίλω, τι κάνεις; Η Μαίρη του Μπαλαρή είμαι. Μπορείς να δεις αν είναι εκεί η μάνα μου;»

«Γεια σου, ψυχή μου, Μαίρη μου! Κάτσε να ιδώ μια στιμή».

Τώρα δεν πιστεύω να περιμένει κανείς ότι η Βασίλω φορούσε ενσύρματα ακουστικά στο κεφάλι κι έβγαζε βύσματα από τη μία υποδοχή του ταμπλό για να τα χώσει σε μιαν άλλη και να συνδέσει τους χρήστες. Απλά έβγαινε έξω στον δρόμο και φώναζε:

«Παγώνααα, ωρή Παγώνα! Τελέφωνο! Η θυγατέρα σου είναι!»

Το τηλεφωνικό μέγαρο βρισκόταν σε στρατηγικό σημείο: δίπλα στον φόρο (ασφαλώς, δεν έχει να κάνει με το Υπουργείο Οικονομικών, αλλά με το λατινικό forum), στο πιο κεντρικό σημείο του χωριού. Εκεί βρισκόταν η εκκλησία της Παναγίας, με τον προαύλιο χώρο και με την ανθεκτική και αυτάρκη καμφορά να δεσπόζει στο κέντρο, αποτελώντας τον φυσικό πυλώνα της κοινωνικής ζωής του χωριού και της παιδικής ομήγυρης τα καλοκαίρια.

Η εμβέλεια του σήματος των υπηρεσιών ήταν όση και η εμβέλεια της φωνής της Βασίλως. Ουκ αδύναμη, πάντως. Ακόμα και σήμερα, ξέρω χωριά όπου οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας έχουν χειρότερο σήμα. Αν, λοιπόν, η γιαγιά μας δεν ήταν κάτω στον κήπο, θα άκουγε το κάλεσμα και θα ανταποκρινόταν. Σε διαφορετική περίπτωση, μάλλον θα μάθαινε κάποια στιγμή ότι είχε μία αναπάντητη κλήση.

Βέβαια, η τεχνολογία της «Τσούλαινας» λειτουργούσε αμφίδρομα. Όταν εγώ με τον αδερφό μου μέναμε στο χωριό χωρίς τους γονείς και θέλαμε να μιλήσουμε με τη μάνα μας, μας πήγαινε η γιαγιά εκεί για να πάρουμε τηλέφωνο στη χώρα. Με τον άσπρο κεφαλόδεσμο να στεγάζει ένα χαραγμένο από την αγροτική ζωή πρόσωπο, με τη λευκή καλοκαιρινή πουκαμίσα από λινάρι, με το μαύρο ροκέτο και την ποδιά από πάνω, η γνώριμη αλλά παρ’ όλα αυτά κάπως τρομακτική στα μάτια μου φιγούρα της γριάς μάς καλωσόριζε στο λιτής γραμμής τηλεφωνικό κέντρο. Στην ουσία, έμπαινες απευθείας από τον δρόμο στο μικρό σώχωρο ενός παλιού χωματένιου σπιτιού με δυο κάμαρες όλες κι όλες. Εκεί, πάνω σε ένα απέριττο ξύλινο σκούρο καφέ τραπέζι, καλυμμένο με ένα χοντρό λευκό πλαστικό τραπεζομάντηλο με πολλά μικρά χρωματιστά σχέδια, βρισκόταν η κεντρική μονάδα. Κι επρόκειτο για μία υπερσύγχρονη συσκευή, αφού δεν είχε περιστρεφόμενο καντράν, αλλά πλήκτρα. Απλά κουμπάκια που ακόμα κι ένα μωρό μπορούσε να τα πατήσει. Όλα τους.

Όταν η αναλογική κλήση συνδεόταν και ξεκινούσες να μιλάς, πέφτανε οι μονάδες. Κυριολεκτικά. Έβλεπες δίπλα στον συνδεδεμένο μετρητή να κατεβαίνουν οι αριθμοί, το «ένα» να γίνεται «δύο», το «δύο» να γίνεται «τρία», και ούτω καθεξής. Κι όχι μόνο τις έβλεπες να πέφτουν, αλλά τις άκουγες κιόλας. Αυτό το «τακ...τακ...» μού αποσπούσε την προσοχή από τη συνομιλία και μου δημιουργούσε μία ανεξήγητη ανησυχία. Και στη γιαγιά μου, βέβαια, αλλά σ’ αυτήν γι’ άλλον λόγο. Κάθε μονάδα υπεραστικής κλήσης, εφτά δραχμές. Για το χωριό τότε, η δαπάνη για τηλεφωνήματα δεν αποτελούσε ακριβώς πάγιο έξοδο.

Πάντως, το σύστημα ήταν δίκαιο, μολονότι κάπως ακριβό. Όσο μιλούσες, τόσο πλήρωνες. Ούτε μηνιαίο πάγιο, ούτε ελάχιστος χρόνος χρέωσης τρία λεπτά, ούτε τίποτα. Ενδεχομένως –και λογικώς– το «τακ, τακ, τακ» να ηχούσε στ’ αφτιά της Βασίλως πιο μελωδικό κι από το τραγούδι του Λευτέρη του Μούτσου στο μεγάλο αυγουστιάτικο πανηγύρι στους Αγραφούς, αλλά η υπηρεσία ποτέ δεν είχε, ας πούμε, κρυφές χρεώσεις ή ειδικό τέλος συνδρομητή για τη φωνητική πρόσκληση του καλούμενου.

Στον μετέπειτα καιρό όμως, η διάδοση των οικιακών συνδέσεων και στα χωριά του νησιού έφερε νομοτελειακά και αναπόφευκτα τον επαγγελματικό θάνατο της Βασίλως. Ο βιολογικός της θάνατος ήρθε κι αυτός εξίσου αναπόφευκτα κάποια χρόνια αργότερα –δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, αλλά σίγουρα μετά το Μουντιάλ της Ιταλίας– με τον παροπλισμένο μετρητή να μετράει για πρώτη και τελευταία φορά αντίστροφα και να πηγαίνει με ένα τραβηγμένο και τελεσίδικο «τακ» από το ένα στο μηδέν.

Εκείνη την περίοδο αποκαταστάθηκαν και οι σχέσεις μου με τον Μαραντόνα. Μακριά πια από τον θρόνο του ιταλικού Νότου, με την καριέρα του γνησίως φθίνουσα, βρήκε την ευκαιρία και ήρθε στο Καβαλούρι με αφορμή την κηδεία της Βασίλως. Αργότερα, μιλήσαμε στο καφενείο του Κουμή, πίνοντας τον ελληνικό. Εγώ βέβαια έφαγα μόνο το παξιμαδάκι, γιατί πήγαινα ακόμα Γυμνάσιο. Ο Ντιεγκίτο μού εξήγησε για το «Χέρι του Θεού», για τα νόθα, για τις ουσίες, και εν τέλει αποδέχτηκα πως είναι ένας γνήσιος λαϊκός ήρωας. Από το λαμαρινένιο σπίτι στο Λανούς, ανέβηκε στην κορυφή του κόσμου, όντας σε κάθε βήμα του έρμαιο των αδυναμιών του, όπως ακριβώς και ο λαός που τον λάτρεψε...


Μοιράσου το με αγαπημένους σου